Πήγαμε και είδαμε στο θέατρο  scrow την παράσταση «Ευτυχισμένες μέρες» του Μπέκετ.

Το ευρηματικό σκηνικό της Ελένης Μανωλοπούλου σε βάζει στο κλίμα και την ατμόσφαιρα του Μπέκετ κατευθείαν. Αυτή τη φορά όχι με τη Γουίνη χωμένη σε στοίβα από σκουπίδια η άμμο, αλλά ακινητοποιημένη σε ένα βραχώδες μέρος αγνώστου προελεύσεως χρόνου και χώρου. Ενα έργο, που μοιάζει να μην έχει αρχή μέση η τέλος και δεν σε βοηθάει να βγάλεις πάντα κάποιο νόημα με τον σπασμωδικό του λόγο .

Η καταπληκτική ηθοποιός  Μαρία Παρασύρη ενσαρκώνει άψογα αυτό τον κωμικοτραγικό χαρακτήρα του Μπέκετ και εκτελεί κινήσεις με μια επανάληψη που σε αγχώνει ,σε βαραίνει ,πότε σε κάνει να γελάς αλλά κατα κύριο λόγο σου θυμίζει μια κατάσταση που εν μέρη ζεις και που βλέπεις και  τους γύρω σου να ζουν. 

Οι ανασφάλειες του άνθρωπου αντηχούν τόσο πολύ στην αγχωμένη φωνή της Γουίνη.Η βαθειά ανάγκη για επικοινωνία, ή αναζήτηση μίας διεξόδου για να ξεφύγει από την καθημερινότητα που την βαραίνει  αλλά της είναι και αναγκαία για να ζήσει , από τη δυστυχία ή και κάτι άλλο; Η Γουίννυ είναι το τέλος του πολιτισμού, στέκεται ακίνητη ακριβώς επειδή νιώθει πως έρχεται ο θάνατος. Τότε προσπαθεί να κρατηθεί από τα μικρά -έναν καθρέπτη, ένα κραγιόν- και από τα μεγάλα – τις αναμνήσεις, την αναζήτηση της χαμένης αθωότητας και τις λέξεις. Κυρίως να κρατηθεί από  λέξεις που την εγκαταλείπουν. Δεν υπάρχει καθόλου ή ελάχιστη επικοινωνία με τον Γουίλλυ ,τον «σύντροφο» στην ανυπόφορη μοναξιά της. Πολλές φορές δεν δέχεται καμία απάντηση απο αυτό το πλάσμα που μοιάζει με ανδρείκελο και είναι παρών αλλά και τόσο απών. Άνθρωποι που εξαρτώνται τόσο ο ένας απο τον άλλο σαν μοναδική σανίδα σωτηρίας αλλά εξαρτώνται και απο μια καθημερινή σειρά συνηθειών ή και απο μια ιδέα αόριστη.

Οι συμβολισμοί του Μπέκετ ,αιχμηροί και περιεκτικοί σε κάνουν να φιλοσοφείς για  ζητήματα που είναι τόσο καίρια και επίκαιρα .Το αιώνιο ερώτημα της ύπαρξης και του θανάτου διαχέεται στο χώρο. 

Το έργο αυτό του Μπέκετ είναι ένα  από τα πιο δυσνόητά του. Παρουσιάζει τον άνθρωπο «μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας» . Ο βράχος που περιβάλει τη Γουίνη και η αγκύλωση του Γουίλλυ είναι δείγματα τραγικά και συγχρόνως κωμικά της ανθρώπινης ύπαρξης. Πού και πού βγαίνουν στην επιφάνεια  αναμνήσεις μιας παλιάς εποχής. Δύο άνθρωποι ,οι οποίοι έχουν γίνει πλέον υπολείμματα της ύπαρξής τους.Ο Μπέκετ παραπέμπει το σχόλιο του γάλλου συγγραφέα Προυστ σύμφωνα με το οποίο «η συνήθεια είναι η δεύτερη φύση μας». H συνήθεια απαλύνει τον φόβο, απομακρύνει τον κίνδυνο, χαρίζει ασφάλεια και γαλήνη. «Ούτε καλύτερα ούτε χειρότερα, καμία αλλαγή. Κανένας πόνος» λέει η Γουίνη, η οποία έχει ούτως ή άλλως εξασφαλίσει ιδανικό σύμμαχο κατά της ανίας και άνοιας την τσάντα με τα αντικείμενα της που της θυμίζουν καθημερινά πως πρέπει να ζήσει και να επαναλάβει μια σειρά διαδικασιών και καθημερινών συνηθειών.

 Για τη Γουίνι ο χρόνος μένει στάσιμος, δεν προχωράει, δεν πάει μπροστά ούτε πίσω, μένει εδώ, στο παρόν. Δεν υπάρχει γι’ αυτήν παρελθόν ή μέλλον. Τίποτε δεν κάνει το χθες να ξεχωρίζει από το σήμερα και το αύριο. 

 Ένα έργο σκοτεινό, γεμάτο απόγνωση αλλά ταυτόχρονα και τόσο αισιόδοξο και λυτρωτικό. Ένα έργο που διακατέχεται από ελπίδα και αισιοδοξία .Παρόλη την  ματαιότητα των πραγμάτων, μπορούμε να διατηρήσουμε,  μια διάθεση για ζωή. Η Γουίνι βρίσκει «υπέροχο» τον τρόπο με τον οποίο προσαρμοζόμαστε «στις συνθήκες που αλλάζουν». Μολονότι είναι καρφωμένη σε ένα βράχο δεν πτοείται αλλά κάνει ό,τι έκανε πάντα: ξυπνάει, χτενίζεται, ψαχουλεύει την τσάντα της και διακωμωδεί την καθημερινότητά της. Σταδιακά όμως αρχίζει να βυθίζεται στις σκέψεις. Μεταξύ σοβαρού και αστείου, λοιπόν, ξεκινά τον δικό της μονόλογο, όπου αναπολεί τους παλιούς καλούς καιρούς, ονειρεύεται, ενθουσιάζεται και ελπίζει.

                                                                                                                                                                                                                                                                              Ζωή Μαμμή

DIRTY GRANNY TALES

    

Πήγαμε, είδαμε και ενθουσιαστήκαμε με τη νέα πιο εμπλουτισμένη από ποτέ παράσταση των Dirty granny tales Rejection v.2.
Tην εμπνευσμένη αυτή μουσικοθεατρική-χορευτική παράσταση, φιλοξένησε το Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης.

Θα παίζεται για πολύ λίγες παραστάσεις ακόμα ,οπότε σπεύσατε να πάρετε το εισιτήριό σας!
Χωρίς να θέλω να κλέψω κάτι από το μυστήριο και την μαγεία της παράστασης, θα πω ότι το σκοτεινό σκηνικό πλαισιώνεται υπό το φως των κεριών και υπό τον ήχο των μουσικών οργάνων, που πλημμυρίζουν με μελωδίες την ατμόσφαιρα. Στοιχεία από την μέταλ  σκηνή και από άλλα είδη του ακραίου ήχου, εντοπίζονται σε μια αφήγηση ενός βρώμικου παραμυθιού σκοτεινού και γεμάτου συμβολισμούς και νοήματα. Προβολές animation έρχονται να συμπληρώσουν την ιστορία της βρόμικης γιαγιάς. Η μίξη τεχνών σε όλα τα επίπεδα είναι κάτι που κάνει αυτή την παράσταση ξεχωριστή και ιδιαίτερη. Κουκλοθέατρο, χορός, μουσική και παντομίμα συγκοινωνούν και σε ταξιδεύουν σε ένα γλυκόπικρο μαύρο παραμύθι.
Μορφές γήινες αλλά και τερατώδεις, ξεπηδούν σε ένα σκηνικό βγαλμένο από έναν εφιάλτη για να δημιουργήσουν εικόνες, με το χορό την κίνηση και την χρήση μάσκας να πλαισιώνουν την διήγηση.
Αναπόσπαστο στοιχείο για να ζωντανέψει η παράσταση ,οι φωτισμοί του Αλέξανδρου Αλεξάνδρου. Προβολείς σε διάφορα σημεία του χώρου  μεταμόρφωναν το τοπίο και ενάλλασσαν τον χρόνο και τον τόπο επι σκηνής.
Οι μουσικοί κατά την διάρκεια της παράστασης, συμμετέχουν ως ηθοποιοί , με γκροτέσκο και κωμικό ύφος δίνοντας μια σπιρτάδα για να απαλύνουν το κατά τα άλλα σκοτεινό τόνο της παράστασης. Το παίξιμο μας θυμίζει βωβό κινηματογράφο,παντομίμα αλλά και  commedia de l’arte έως και πειραγμένο ιαπωνικό θέατρο . Το βάψιμο τους θυμίζει corpspaint, τονίζοντας το black metal στοιχείο που είναι χαρακτηριστικό των θεαμάτων και της μουσικής των Dirty Granny Tales. Εναλλάσσοντας τα διάφορα όργανα που ακούγονται, ξεδιπλώνουν το ταλέντο τους και μας συντροφεύουν με ένα υπέροχο μουσικό χαλί, που πότε σε συγκινεί και πότε σε τρομάζει αλλά πάντα σε κρατάει εκεί καρφωμένο να παρακολουθείς. Σαν κωμικοί και γκαφατζήδες ειρωνεύονται χοροπηδούν και μεταμφιέζονται σε καρικατούρες, όπου με ένα μόνο έξυπνο αντικείμενο που λειτουργεί ως σύμβολο και που με το πέρας της χρήσης του κάνει τους μουσικούς να ξαναγυρνούν στον πρωταρχικό τους ρόλο .
Η Εριφύλη Δαφέρμου με την συμβολή της στον σχεδιασμό των αφηγηματικών κινησιολογιών  δίνει πνοή σε κούκλες αλλά και κίνηση ζώων και περίεργων πλασμάτων στους χορευτές.
Μέσα από τον τίτλο rejection , τονίζεται η μοναξιά που βιώνει ένας άνθρωπος, πόσο μάλλον ένας αποκρουστικός και κοινωνικά αποκλεισμένος ενήλικας σε σώμα παιδιού ,υπό την ατμόσφαιρα μιας μικρής επαρχιακής πόλης. Παραμύθι με ήρωα έναν ενήλικα πλέον ,ο οποίος ως παιδί ήταν κλεισμένος στην σοφίτα ενός μικρού σπιτιού και βρισκόταν υπό την επίβλεψη και το άγρυπνο βλέμμα μιας μητέρας-καταπιεστή. Η εξιδανίκευση της, προκειμένου να «επιβιώσει» και να αντέξει την κακοποίηση,δημιούργησε μία εξωπραγματικά «αγγελική» εικόνα και ο δεσμός με εκείνη κατάφερε να του ελέγχει όλη του τη ζωή, ακόμα και όταν εκείνη είχε πεθάνει.
Ο κεντρικό ήρωας της ιστορίας είναι επηρεασμένος από τη προσωπικότητα του Εd Gein, κατά συρροή δολοφόνου η οποία έχει δώσει το ερέθισμα για την δημιουργία διάφορων δολοφονικών χαρακτήρων στη λογοτεχνία και τον κινηματογράφο, όπως και του Norman Bates στο Psycho του Robert Bloch, που μετέφερε στην οθόνη ο Alfred Hitchcock και ο Leatherface στην ταινία The Texas Chainsaw Massacre του Tobe Hooper.
Τέλος,ο κόσμος των νεκρών και του καθαρτηρίου μοιάζει να είναι σαν ένας κόσμος βγαλμένος από τις απεικονίσεις του Tim Burtοn και του Ιερώνυμου Μπος.

                                                                                                                                                                                                                                                                                                                   Zωή Μαμμή

ΚΟΥΚΛΕΣ

Πριν λίγες μέρες πήγαμε στο Δημοτικό θέατρο Πειραιά για να παρακολουθήσουμε το έργο «Κούκλες». Έργο εμπνευσμένο από το Κουκλόσπιτο του νορβηγού Ίψεν ,αλλά δωσμένο εκ νέου με μια φρέσκια ματιά πιο επίκαιρη από ποτέ, μέσα από τη σκηνοθεσία του Νικόλα Ανδρουλάκη.

Μπαίνοντας στο εμβληματικό νεοκλασικό κτήριο του Δημοτικού θεάτρου και ακολουθώντας την σκάλα που οδηγεί στο φουαγιέ, απλώνεται μπροστά σου μια αίθουσα πλημμυρισμένη με πολυελαίους ,βαριές κουρτίνες και σκαλιστά ταβάνια που σε μεταφέρουν σε μια άλλη εποχή.

Ξεφεύγοντας από την κλασσική δραματουργία γινόμαστε θεατές ενός αποδομημένου κειμένου που μοιάζει με αυτοσχεδιασμό, έχοντας μέσα θραύσματα και ρήσεις παγκόσμιας δραματουργίας. Κείμενα διαχρονικά που έχουν περάσει στην ιστορία ακούγονται καθόλη τη διάρκεια της παράστασης (Ουίλιαμ Σαίξπηρ,Τσέχωφ,Ελύτη ,Μπράιαν Φρίελ)και πλαισιώνονται ανα διαστήματα από τη φωνή της σοπράνο Ζαϊρα Νικολακοπούλου.

Αυτή τη φορά καταγράφεται όχι μια ακόμα διασκευή του έργου, αλλά μια κατάθεση που μοιάζει με γροθιά στο στομάχι .Μια καταγγελία για το ρόλο της γυναίκας στην κοινωνίαi. ‘Eνας χορός γυναικών με ροή και ρυθμό και με συναισθήματα που εναλλάσσονται ,δείχνοντας πόσους ρόλους φέρει η γυναίκα στη καθημερινότητα της αλλά και σε ολόκληρη την ζωή της.

Μια συνεχής κυκλοθυμία που την κάνει να θέλει να παραδοθεί στον έρωτα και να ζήσει αλλά και να σπάσει όλα τα δεσμά του γάμου ,της κοινωνίας και των ρόλων που έχει ως μητέρα, φίλη ,κόρη και ερωμένη.

Παρακολουθούσα με μια αμηχανία και δυσφορία ένα έργο που ξεδιπλωνόταν μπροστά μου και ήμουν συμμέτοχη σε αυτό με όλες μου τις αισθήσεις και με μια κρυφή συνενοχή ως γυναίκα.Πρωτότυπη σκηνοθεσία,με ανατροπές, πότε πότε κωμική , άλλοτε ρεαλιστική και ωμή.

Η παράσταση είναι αρκετά διαδραστική ,δίνοντας την ψευδαίσθηση στο θεατή ότι παρακολουθεί ένα ριάλιτι ,παίρνοντας τον ρόλο ενός σιωπηλού παρατηρητή-κριτή. Με αυτό τον τρόπο,θέλει να κάνει μια ισχυρή αναφορά στη σύγχρονη κοινωνία η οποία κατακλίζεται από εκπομπές που αφορούν την ομορφιά και την οικειοθελή καταπάτηση της ιδιωτικότητας του ατόμου.

Ο θεατής είναι συμμέτοχος και ενεργός σε μια παράσταση που κρύβει ένα συνονθύλευμα ιδεών και συναισθημάτων .Όλες οι αισθήσεις μας είναι εκεί και χρησιμοποιούνται για να νιώσουν αυτή τη κραυγή που μας πνίγει και μας ασφυκτιά, μέσα από ένα έγκλειστο σκηνικό που θυμίζει μια φυλακή πλημμυρισμένη από σελοφάν. Η περιορισμένη χρήση πηγής φωτός σε μια σκοτεινή αίθουσα λειτουργεί διττά σαν κρυφή παρακολούθηση αλλά και σαν μια ανάκριση για το τι μπορεί να κρύβει το μυαλό μιας γυναίκας.

Ερωτήματα που πνίγονται για να απαντηθούν.

ΟΤΑΝ ΗΣΟΥΝ ΜΙΚΡΗ ΤΙ ΗΘΕΛΕΣ ΝΑ ΓΙΝΕΙΣ ΟΤΑΝ ΜΕΓΑΛΩΣΕΙΣ;

AN ΓΥΡΝΟΥΣΕΣ ΤΟ ΧΡΟΝΟ ΠΙΣΩ ΤΙ ΘΑ ΑΛΛΑΖΕΣ;

ΤΙ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΓΙΑ ΣΕΝΑ ΕΥΤΥΧΙΑ;

ΤΙ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΓΙΑ ΣΕΝΑ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ;

ΠΡΟΣΠΟΙΕΙΣΑΙ;

ΠΟΙΟ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΑΓΑΠΗΜΕΝΟ ΣΟΥ ΠΑΙΔΙ;

ΤΙ ΦΟΒΑΣΑΙ ΠΙΟ ΠΟΛΥ ;

Η καταπίεση της γυναίκας, όπως είχε καταγραφεί και πρίν από τόσα χρόνια στο έργο Κουκλόσπιτο του Ίψεν, είναι εμφανής και διάχυτη στο χώρο . Αλλά και σε μια σύγχρονη εποχή πλέον ,που δείχνει να έχει ισχυροποιηθεί ο ρόλος της γυναίκας ,δεν παύει να πολλαπλασιάζει τα καθήκοντα και τις υποχρεώσεις της .

Φορτισμένη με «πρέπει» και «θέλω» που παλεύουν να επικρατήσουν το ένα πάνω στο άλλο και με ένα ήδη ταραγμένο μυαλό ,κατακλύζεται από χιλιάδες σκέψεις.

Γυναίκες που μοιάζουν με μαριονέτες , που άλλοτε υποκινούνται από διαταγές και άλλοτε ξυπνούν και κραυγάζουν για τα δικαιώματα τους . Ένα έργο που μας δείχνει την χειραφέτηση της γυναίκας αλλά και την μη αποφυγή της από αυτήν .

 

  Zωή Μαμμή